Ομιλία ΥΜΕΠΟ Δ. Βίτσα σε εκδήλωση για την Παγκόσμια Ημέρα Μετανάστη

18 Δεκεμβρίου 2018

Ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Δημήτρης Βίτσας, μίλησε ως κεντρικός ομιλητής, στην εκδήλωση που διοργάνωσαν σήμερα για την Παγκόσμια Ημέρα του Μετανάστη το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και η Ειδική Γραμματεία Επικοινωνιακής Διαχείρισης Κρίσεων του ΥΨΗΠΤΕ.

Παραθέτουμε εκτεταμένα αποσπάσματα από την ομιλία του ΥΜΕΠΟ:

«Η 18η Δεκεμβρίου έχει καθιερωθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως η Παγκόσμια Ημέρα του Μετανάστη. Σήμερα, βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε όλους εκείνους που ξεριζώθηκαν, υφιστάμενοι κάθε είδους ταλαιπωρία και κακουχία, δοκιμάζοντας τα όρια και τις αντοχές τους, με μόνο στόχο την αναζήτηση της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τα παιδιά τους, σε έναν καινούργιο τόπο. 
Οι αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους στο σκληρό δρόμο της ξενιτιάς είναι οι ίδιες για όλους σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι πόλεμοι, η φτώχεια, η ανεργία, η ανέχεια, τα ανελεύθερα καθεστώτα ωθούν τους ανθρώπους στην έξοδο από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκαν και με τον οποίο συνδέονται μέσω ισχυρών δεσμών.


Αλλά και ο στόχος είναι ο ίδιος για όλους. Ένα καλύτερο αύριο, ένα μέλλον που θα καλλιεργεί προσδοκίες, που θα αφήνει χώρο στον άνθρωπο να σχεδιάσει, να ονειρευτεί. Σήμερα λοιπόν, τιμούμε όλους τους μετανάστες,  χωρίς καμία απολύτως διάκριση, ανεξάρτητα από την εθνικότητα, την καταγωγή, τη θρησκεία ή το χρώμα. Από τους έλληνες που πήγαν σε άλλες χώρες και ηπείρους και έχτισαν εκεί τη ζωή τους, μέχρι τους ανθρώπους που μετακινούνται μαζικά τα τελευταία χρόνια προς την Ευρώπη ή την Αμερική και βεβαίως εκείνους που έχουν φτάσει στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες και έφτιαξαν εδώ μια νέα ζωή. 
Στη χώρα μας, σχεδόν όλοι έχουμε κάποιον συγγενή, φίλο ή γνωστό που είναι μετανάστης στο εξωτερικό. Ο απόδημος ελληνισμός, ουσιαστικά μια ακόμη Ελλάδα εκτός της επίσημης επικράτειας, άνθρωποι διωγμένοι είτε από τη φτώχεια, είτε από τα αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου και το ασφυκτικό κλίμα που ακολούθησε και διαχώρισε τους έλληνες σε εθνικόφρονες και μιάσματα. Τέτοιου είδους πρακτικές, καταδικασμένες ήδη από την ιστορία, είμαστε αποφασισμένοι να μην επιτρέψουμε να επαναληφθούν, σε καμία περίπτωση. 
Εδώ, οφείλουμε και μια αναφορά στους νέους ανθρώπους που έφυγαν από την Ελλάδα, διωγμένοι από την κρίση και τις δυσκολίες. Αυτό ήταν κατά τη γνώμη μου ένα πολύ μεγάλο κόστος και ένα κενό που δύσκολα θα αναπληρωθεί για τον τόπο. Είναι καθήκον όλων μας να δημιουργήσουμε τις συνθήκες εκείνες που θα τούς πείσουν να επιστρέψουν στον τόπο τους και να δημιουργήσουν, να προσφέρουν, αλλά και να απολαύσουν τους καρπούς των προσπαθειών τους. Ελπίζουμε σύντομα να τους δούμε να επιστρέφουν και να εμπλουτίζουν κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας με τη γνώση και την εμπειρία τους.   


Πριν από περίπου μία εβδομάδα στο Μαρακές, η παγκόσμια κοινότητα έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για τη διαχείριση του παγκοσμίου φαινομένου της μετανάστευσης. Η υιοθέτηση του «Παγκοσμίου Συμφώνου για μια ασφαλή, νόμιμη και τακτική μετανάστευση» από την συντριπτική πλειοψηφία των κρατών – μελών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών αποτελεί πλέον παγκόσμιο σημείο αναφοράς. Είναι η πρώτη παγκόσμια συμφωνία για μια κοινή προσέγγιση στη διεθνή μετανάστευση και τις προεκτάσεις της που - όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο προσχέδιο του Συμφώνου - «αποτελεί ορόσημο στην ιστορία του παγκόσμιου διαλόγου και της διεθνούς συνεργασίας για τη μετανάστευση». Πρέπει, όμως, να αρθούν ιδεολογικά και πολιτικά εμπόδια, προκειμένου να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η λύση της νόμιμης και ασφαλούς μετανάστευσης.
Η ελληνική Κυβέρνηση και το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής εξ αρχής, αλλά και σε όλα τα στάδια που ακολούθησαν, στήριξαν εποικοδομητικά τις προσπάθειες του ΟΗΕ, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι ότι οι παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η μετανάστευση, απαιτούν πρωτίστως παγκόσμιες απαντήσεις για την αποτελεσματική διαχείρισή τους. 
Το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση παρέχει στη διεθνή κοινότητα ένα περιεκτικό πλαίσιο κανόνων και πρακτικών για τη διευκόλυνση της συνεργασίας σε όλες τις παραμέτρους της μετανάστευσης. Αυτό το συνολικό πολιτικό πλαίσιο αποτελεί ουσιαστικά έναν οδικό χάρτη για την παγκόσμια κοινότητα, ο οποίος διευθετεί τα σχετικά ζητήματα με απόλυτο σεβασμό στην προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί διαχρονικά στο διεθνές δίκαιο. 


Το Σύμφωνο αναγνωρίζει ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνο του το φαινόμενο της μετανάστευσης, ενώ δίνει έμφαση στη διαχείριση του ζητήματος μέσω νόμιμων και ασφαλών οδών μετανάστευσης, στοχεύοντας στην αντιμετώπιση των βασικών αιτίων της παράτυπης μετανάστευσης και την καταπολέμηση των εγκληματικών δικτύων διακίνησης ανθρώπων. 
Θεωρούμε αναμφίβολα ως κατάκτηση τη ρητή αναφορά στην ανάγκη διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων της μετανάστευσης με την προώθηση πολιτικών στις χώρες προέλευσης για τη μείωση της φτώχειας, τη διατροφική ασφάλεια, τη βελτίωση της υγείας και της παιδείας, την οικονομική ανάπτυξη και τις υποδομές, την αξιοπρεπή εργασία, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την άρση των πάσης φύσεως διακρίσεων και καταπίεσης, καθώς και την καθολική εφαρμογή του νόμου. 
Πιστεύουμε ότι το Σύμφωνο του ΟΗΕ αποτελεί μια ισορροπημένη βάση που αναγνωρίζει τη μετανάστευση ως μια ανθρωποκεντρική διαδικασία, η οποία δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να ανασχεθεί, αλλά πρέπει να ρυθμιστεί με σεβασμό στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. 
Ακόμη, είναι εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών προέλευσης, διέλευσης και προορισμού των μεταναστών, ενώ διασφαλίζει τα περιθώρια για την άσκηση της εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής, ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες και ανάγκες του κάθε κράτους. Εδώ, να τονίσουμε ότι ειδική σημασία έχουν κάθε φορά και οι κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί για να εφαρμοστεί η μία ή η άλλη πολιτική.  
Η ελληνική Κυβέρνηση έχει επανειλημμένως δεσμευτεί να στηρίξει και να συμβάλει στην οικοδόμηση ενός παγκόσμιου, αλλά ασφαλώς και ενός ευρωπαϊκού, πλαισίου για την ορθή διαχείριση του φαινομένου της μετανάστευσης, καθώς αποτελεί εμπεδωμένη πεποίθησή μας ότι όσοι αναγκάζονται να ξενιτευτούν δεν είναι «εχθροί» ή «αντίπαλοι», αλλά άνθρωποι όπως εμείς, που οι συνθήκες τούς έφεραν σε δυσμενή θέση.  
Για τον λόγο αυτό θεωρούμε απαραίτητο να εφαρμόζουμε τις κατάλληλες πολιτικές και να καλλιεργούμε μια παιδεία κοινωνικής ένταξης και αποδοχής για τον μετανάστη, τον πρόσφυγα και όλες τις μειονεκτούσες ομάδες του πληθυσμού. 
Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα ζουν περίπου 550.000 μετανάστες που ήρθαν στη χώρα μας πριν από το 2010 και δεν έτυχαν της υποδοχής που θα έπρεπε από την Πολιτεία. Πολλοί από αυτούς τους συνανθρώπους μας, που ζουν και εργάζονται πολλά χρόνια στον τόπο μας, ακόμη και σήμερα αναζητούν ταυτότητα, βρίσκονται σε μια ενδιάμεση και ασαφή κατάσταση, ζουν σε «γκετοποιημένες» γειτονιές, δεν απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα με όλους, τα παιδιά τους, που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, εμποδίζονται από το να είναι σημαιοφόροι στις παρελάσεις. Τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς έχουμε κάνει πολλά βήματα για την αναγνώριση της θέσης τους στην ελληνική κοινωνία. Επίσης, έχουν βελτιωθεί αρκετά οι διαδικασίες για τη χορήγηση τόσο της άδειας διαμονής, όσο και της υπηκοότητας. Βεβαίως, υπάρχουν αρκετά ακόμη που πρέπει να γίνουν για να κατακτήσουμε το επιθυμητό επίπεδο και να αποκτήσουν οι άνθρωποι αυτοί τη θέση που τούς αξίζει.     
Η «Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη», την οποία υλοποιούμε, περιλαμβάνει παρεμβάσεις για την οργανική και λειτουργική ένταξη των υπηκόων τρίτων χωρών στην ελληνική κοινωνία και στην αγορά εργασίας, καθώς και παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ικανότητας των τοπικών κοινωνιών και οικονομιών να ενσωματώνουν αποτελεσματικά τους μετανάστες. Βασική μας επιδίωξη είναι να καταστούν οι μετανάστες ισότιμοι εταίροι στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή της περιοχής στην οποία κατοικούν, καταθέτοντας την δική τους ιδιαίτερη συμβολή. 
Να σημειώσω ότι για το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής τα έτη 2019 και 2020 θα είναι αφιερωμένα στις πολιτικές ένταξης, έναν τομέα στο οποίο πλέον μπορούμε και οφείλουμε να δώσουμε έμφαση. 
Προτεραιότητά μας είναι η διασφάλιση του δικαιώματος σε μια κανονική ζωή, η πρόσβαση στην εργασία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, με ίσους όρους για όλους. Εργαζόμαστε με συνέπεια και αίσθημα ευθύνης για την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων που βρίσκονται εντός της ελληνικής επικράτειας. 
Θεωρούμε χρέος μας να αγωνισθούμε για να απαλειφθούν εκείνα τα στερεότυπα που ωθούν ανθρώπους στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής με τη χρησιμοποίηση διχοτομικών διακρίσεων ανάμεσα σε «εμάς» και στους «άλλους». 
Επιθυμούμε την οικοδόμηση μιας κοινωνίας αλληλεγγύης, ανοχής και αποδοχής της διαφορετικότητας, προβάλλουμε τον δημοκρατικό Λόγο ως ανάχωμα που σταδιακά θα κατορθώσει να αποβάλει από την κοινωνία μας ως εχθρικό σώμα τη μισαλλοδοξία, το σκοταδισμό του ρατσισμού, την ξενοφοβία και το φανατισμό.
Ο ελληνικός Λαός, παρά τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζει, έχει δείξει στον υπόλοιπο κόσμο ποια είναι η σωστή συμπεριφορά προς τους ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη και χρειάζονται έμπρακτη επίδειξη αλληλεγγύης. Και τώρα και όποτε χρειαστεί, ο ίδιος Λαός που άνοιξε την αγκαλιά του στους κατατρεγμένους, θα περιθωριοποιήσει τις όποιες εκδηλώσεις μίσους και βίας και δεν θα επιτρέψει να υψωθούν φρούρια και κάγκελα ξενοφοβίας. Εμείς δεν ανεχόμαστε σκιές στη Δημοκρατία μας και δεν κάνουμε παραχωρήσεις ως προς τις αρχές μας. Ξέρουμε καλά ότι ο φόβος και το μίσος δεν αποτελούν λύση, αλλά συνιστούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβλήματος.  
Γνωρίζουμε ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη να διανύσουμε. Ούτως ή άλλως η κατάσταση είναι δυναμική και απαιτεί διαρκώς αναπροσαρμογές και βελτιώσεις. Έχουμε όμως αποδείξει, ως Λαός και ως Κυβέρνηση, ότι έχουμε τη βούληση, την αποφασιστικότητα, αλλά και τις αντοχές που απαιτούνται σε τέτοιες δύσκολες περιστάσεις. 
Ειδικά όταν πρόκειται για θέματα δημοκρατίας, αλληλεγγύης, ισότητας και αξιοπρέπειας, έχουμε συνηθίσει να παλεύουμε με σθένος. 
Και το αποτέλεσμα θα μάς δικαιώσει.»